December 1, 2022

Ο Φόβος μπροστά στην (μουσική) ελευθερία

Αποκλείεται να πιάσει κάποιος έτσι απλά ένα μουσικό όργανο και να βγάλει ήχους νοιώθοντας ότι εκφράζεται και αξιώνοντας να ακουστεί, όπως θα έκανε ένα μικρό παιδί, έτσι δεν είναι;

Αποκλείεται να πιάσει κάποιος έτσι απλά ένα μουσικό όργανο και να βγάλει ήχους νοιώθοντας ότι εκφράζεται και αξιώνοντας να ακουστεί, όπως θα έκανε ένα μικρό παιδί, έτσι δεν είναι;

Αν δεν υπάρχει μια υπόνοια μεθοδικής εκμάθησης, μιας κοινωνικά αποδεκτής μουσικής διαδικασίας η μουσικότητα αποκλείεται ως «ασχετοσύνη», «αμουσία», «φάλτσο», θόρυβος κ.λπ. Σωστά;

Κι αν όλα αυτά είναι μια πολιτισμική «παγίδα», ένας φόβος μπροστά στη μουσική ελευθερία μας;

Κι ακόμη χειρότερα, αν ο φόβος αυτός μας… βολεύει;

Για έναν «δάσκαλο μουσικής», μεταξύ άλλων υπάρχουν οι εξής δύο πιθανότητες.

Η πρώτη είναι να βιώσει τη δυσκολία των μαθητών του (ανεξαρτήτως ηλικίας) να εκφραστούν και να απελευθερώσουν τις μουσικές δυνάμεις τους λόγω της πεποίθησής τους πως «η μουσική ανήκει στους μουσικούς», σε καμία περίπτωση σε όλους, ανήκει σε όσους έχουν επαφή με την «μεθοδική μουσική διδασκαλία».

Η δεύτερη – αντίθετη της πρώτης – είναι να οχυρωθεί πίσω από τον τοίχο του «μουσικού», αναπαράγοντας ο ίδιος την προηγούμενη πεποίθηση και απορρίπτοντας, οτιδήποτε έξω από τη «μεθοδική μουσική διδασκαλία», εγκλωβίζοντας την ίδια του τη διδακτική σε στεγανά.

Και για τις δύο παραπάνω πιθανότητες την «ευθύνη», μάλλον φέρουν οι ειδικοί (όπως θα μας έλεγε και ο σπουδαίος Αρχαίος Φιλόσοφος) μέσα από εξελίξεις, οι οποίες, στη χώρα μας τουλάχιστον ξεκινούν βαθιά πίσω στον εικοστό αιώνα…


Ξεκινούν, όταν η ανάπτυξη της μεθοδικής εκμάθησης της μουσικής, δημιούργησε έναν έντονο διαχωρισμό των «σπουδαγμένων μουσικών» και όλων των άλλων.

Οι δεύτεροι, μάλιστα, ανέπτυξαν ένα αίσθημα «ανεπάρκειας», αν όχι «κατωτερότητας» επειδή ήταν «μουσικά α(νεγ)γράμματοι», το οποίο αίσθημα καταγράφεται στις μνήμες των λαϊκών μουσικών, όπως π.χ. στη «αυτοβιογραφία» του Μάρκου Βαμβακάρη, που με έμφαση λέει στην βιογράφο του «εγώ δεν είμαι Μουσικός», όταν αυτή τον ρωτάει για την τέχνη του, και την παραπέμπει στους «μουσικούς» να της «τα εξηγήσουν».

Στην πράξη, όμως, συμβαίνει – τουλάχιστον την εποχή του Βαμβακάρη – το τελείως αντίθετο.

Δηλαδή ο περιρρέων «μουσικός γραμματισμός» αδυνατεί να καταγράψει την ουσία των μουσικών δρόμων, που ο Βαμβακάρης κυριολεκτικά «παίζει στα δάκτυλα».

Η μουσική βιβλιογραφία αρκείται σε απλές καταγραφές με «σκάλες από νότες», κατά τα πρότυπα του ευρωπαϊκού μουσικού γραμματισμού και ο πραγματικός λαϊκός μουσικός γραμματισμός αν και υπαρκτός αγνοείται και ατονεί.

Αυτός ο περιορισμός στην καταγραφή μουσικών σκαλών, είναι σε πολύ μικρό βαθμό χρήσιμος, αν δεν είναι παραπλανητικός.

Εξαφανίζει την ουσία των «δρόμων-ντουζενιών» του Βαμβακάρη, η οποία θα επανανακαλυφθεί από τους μουσικοδιδασκάλους και συγγραφείς δεκαετίες αργότερα.

Έτσι, φτάνουμε στο σήμερα, όπου η γενική αίσθηση πως «πας μη μεθοδικά εκπαιδευθείς, μουσικά ‘βάρβαρος’», παραμένει ακόμη βαθιά εδραιωμένη στην καθημερινότητά μας.

Οι παιδαγωγικές αντιλήψεις που ενθαρρύνουν τον αυτοσχεδιασμό και τη μουσική αυτομάθηση (κάτι σαν τον «αυτοδίδακτο λαϊκό μουσικό» των παλιότερων – προ ίντερνετ – εποχών) βρίσκουν σθεναρό τοίχο ιδιαίτερα από συνανθρώπους μας που είναι πεπεισμένοι πως είτε οι άλλοι, είτε οι ίδιοι είναι «άμουσοι», «φάλτσοι», «ανεπίδεκτοι» μουσικής μαθήσεως, «δεν ‘το’χουν’», δεν έχουν ταλέντο κ.λπ.

Από τη μια ο μουσικός αυτοσχεδιασμός θεωρείται κατάλληλος μόνο για γενικά μουσικά προπαιδευτικά εργαστήρια, από την άλλη η εξάρτηση της μουσικότητας του καθημερινού ανθρώπου από τις «εγκύκλιες σπουδές», όποιες κι αν είναι αυτές φτάνει τα όρια της μαθησιακής «αυτομαστίγωσης».

Αυτό που πραγματικά αρνούμαστε να δούμε, όταν βάζουμε τη μουσική μας έκφραση σε τόσο στενά πλαίσια – σχεδόν τη φυλακίζουμε χωρίς προοπτική – είναι πως πάντα, αλλά κυρίως και καταλυτικά στις μέρες μας, ο μουσικός γραμματισμός των ανθρώπων είναι πολύ μεγάλος ασχέτως αν υπάρχει μεθοδική, τυπική μουσική εκπαίδευση.

Ο όγκος των μουσικών γνώσεων και των βιωμάτων μας για τη Μουσική και τα όργανα που αποκτούμε βλέποντας μουσικούς, φίλους που ασχολούνται αλλά και από τα ΜΜΕ δημιουργούν έναν άτυπο – πλην τεράστιο – μουσικό γραμματισμό.

Ίσως τον αγνοούμε και τον υποτιμούμε συστηματικά αν και υπαρκτός, όμως πάντα πρέπει να ελπίζουμε πως δεν θα κάνουν το ίδιο οι «δάσκαλοι της μουσικής».

Έχω ακούσει μαθητές εξαιρετικά αδύνατους στο γλωσσικό γραμματισμό να είναι εξαιρετικοί «beat-boxers», που σίγουρα θα διέπρεπαν αν και στη χώρα μας ήταν ανεπτυγμένο αυτό το μουσικό – πλέον – είδος.

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε πως στην καθημερινότητα συνάνθρωποί μας έχουν εξαιρετική μουσική έκφραση γιατί μπόρεσαν να ξεπεράσουν το στεγανό – στα όρια της φοβίας – της έλλειψης «μεθοδική μουσικής εκπαίδευσης».

Μπόρεσαν να έχουν το ηχητικό αποτέλεσμα ενός σύνθετου μουσικού γραμματισμού, χωρίς να τον έχουν αποκτήσει με κάποια «μέθοδο» τουλάχιστον από τις τυπικά διδακτές.

Αυτό, λοιπόν, ίσως είναι το σύγχρονο στοίχημα για τον κόσμο του μουσικού γραμματισμού και της εκπαίδευσης.

Να απελευθερώσουμε υπαρκτές μουσικές ικανότητες έκφρασης και ύπαρξης, ερχόμενοι πιο κοντά στην ανθρώπινη – ας μου επιτραπεί – υπόστασή μας.

Να εξετάσουμε σε βάθος, ποιός, τί, πώς και γιατί μας οδηγεί κατά βάθος σε έναν φόβο απέναντι στην ίδια μας την ελευθερία, την μουσική….

© 2020 Αυγουστιάτικο Γραμματολόγιο για το Εργαστήριο Σκέψεων….
Αναδημοσίευση από το:
https://www.facebook.com/mousikosgrammatismos/posts/2901891860038106